さくどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελίγμοί, μηχανορραφίες, δολοπλοκίες, ραδιουργίες

Κλίση

Παρόν (απλό)
策動する
Παρόν (ευγενικό)
策動します
Άρνηση (απλή)
策動しない
Άρνηση (ευγενική)
策動しません
Παρελθόν (απλό)
策動した
Παρελθόν (ευγενικό)
策動しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
策動しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
策動しませんでした
Τε-μορφή
策動して
Δυνητική
策動できる
Προστακτική
策動しろ
Βουλητική
策動しよう
Υποθετική (ば)
策動すれば