さくてい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμόρφωση (σχεδίου, πολιτικής κ.λπ.), απόφαση, καθορισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
策定する
Παρόν (ευγενικό)
策定します
Άρνηση (απλή)
策定しない
Άρνηση (ευγενική)
策定しません
Παρελθόν (απλό)
策定した
Παρελθόν (ευγενικό)
策定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
策定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
策定しませんでした
Τε-μορφή
策定して
Δυνητική
策定できる
Προστακτική
策定しろ
Βουλητική
策定しよう
Υποθετική (ば)
策定すれば