さくおう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο συμπαιγνία, συνεννόηση
  2. 02 συντονισμένη δράση

Κλίση

Παρόν (απλό)
策応する
Παρόν (ευγενικό)
策応します
Άρνηση (απλή)
策応しない
Άρνηση (ευγενική)
策応しません
Παρελθόν (απλό)
策応した
Παρελθόν (ευγενικό)
策応しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
策応しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
策応しませんでした
Τε-μορφή
策応して
Δυνητική
策応できる
Προστακτική
策応しろ
Βουλητική
策応しよう
Υποθετική (ば)
策応すれば