はくける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσδίδω κύρος, προσδίδω βαρύτητα σε κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
箔を付ける
Παρόν (ευγενικό)
箔を付けます
Άρνηση (απλή)
箔を付けない
Άρνηση (ευγενική)
箔を付けません
Παρελθόν (απλό)
箔を付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
箔を付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
箔を付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
箔を付けませんでした
Τε-μορφή
箔を付けて
Δυνητική
箔を付けられる
Προστακτική
箔を付けろ
Βουλητική
箔を付けよう
Υποθετική (ば)
箔を付ければ