さんてい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπολογισμός, εκτίμηση, λογισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
算定する
Παρόν (ευγενικό)
算定します
Άρνηση (απλή)
算定しない
Άρνηση (ευγενική)
算定しません
Παρελθόν (απλό)
算定した
Παρελθόν (ευγενικό)
算定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
算定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
算定しませんでした
Τε-μορφή
算定して
Δυνητική
算定できる
Προστακτική
算定しろ
Βουλητική
算定しよう
Υποθετική (ば)
算定すれば