かんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχειρίζομαι, διοικώ
  2. 02 παίρνω στα σοβαρά, εμπεδώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
管する
Παρόν (ευγενικό)
管します
Άρνηση (απλή)
管しない
Άρνηση (ευγενική)
管しません
Παρελθόν (απλό)
管した
Παρελθόν (ευγενικό)
管しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
管しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
管しませんでした
Τε-μορφή
管して
Δυνητική
管できる
Προστακτική
管しろ
Βουλητική
管しよう
Υποθετική (ば)
管すれば