くだもってんうかが

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός έχω περιορισμένη αντίληψη των πραγμάτων, βλέπω τον ουρανό μέσα από καλάμι (μεταφορικά για κάποιον με περιορισμένη οπτική)

Κλίση

Παρόν (απλό)
管を以て天を窺う
Παρόν (ευγενικό)
管を以て天を窺います
Άρνηση (απλή)
管を以て天を窺わない
Άρνηση (ευγενική)
管を以て天を窺いません
Παρελθόν (απλό)
管を以て天を窺った
Παρελθόν (ευγενικό)
管を以て天を窺いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
管を以て天を窺わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
管を以て天を窺いませんでした
Τε-μορφή
管を以て天を窺って
Δυνητική
管を以て天を窺える
Προστακτική
管を以て天を窺え
Βουλητική
管を以て天を窺おう
Υποθετική (ば)
管を以て天を窺えば