かん

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλεγχος, διαχείριση, διοίκηση (π.χ. μιας επιχείρησης)

Παραδείγματα

  • わたしはこの仕事しごと管理かんりします

    Εγώ θα διαχειριστώ αυτή τη δουλειά.

  • かれは、チームの進捗しんちょく管理かんりする役割やくわりになっています。

    Αυτός έχει αναλάβει τον ρόλο να διαχειρίζεται την πρόοδο της ομάδας.

  • 適切てきせつなリスク管理かんりは、企業きぎょう持続的じぞくてき成長せいちょうげるうえで不可欠ふかけつ要素ようそです。

    Η κατάλληλη διαχείριση κινδύνων είναι ένα ουσιώδες στοιχείο για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης των επιχειρήσεων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
管理する
Παρόν (ευγενικό)
管理します
Άρνηση (απλή)
管理しない
Άρνηση (ευγενική)
管理しません
Παρελθόν (απλό)
管理した
Παρελθόν (ευγενικό)
管理しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
管理しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
管理しませんでした
Τε-μορφή
管理して
Δυνητική
管理できる
Προστακτική
管理しろ
Βουλητική
管理しよう
Υποθετική (ば)
管理すれば