かんかつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δικαιοδοσία
  2. 02 έλεγχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
管轄する
Παρόν (ευγενικό)
管轄します
Άρνηση (απλή)
管轄しない
Άρνηση (ευγενική)
管轄しません
Παρελθόν (απλό)
管轄した
Παρελθόν (ευγενικό)
管轄しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
管轄しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
管轄しませんでした
Τε-μορφή
管轄して
Δυνητική
管轄できる
Προστακτική
管轄しろ
Βουλητική
管轄しよう
Υποθετική (ば)
管轄すれば