はこ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αγοράζω ολόκληρο κιβώτιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
箱買いする
Παρόν (ευγενικό)
箱買いします
Άρνηση (απλή)
箱買いしない
Άρνηση (ευγενική)
箱買いしません
Παρελθόν (απλό)
箱買いした
Παρελθόν (ευγενικό)
箱買いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
箱買いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
箱買いしませんでした
Τε-μορφή
箱買いして
Δυνητική
箱買いできる
Προστακτική
箱買いしろ
Βουλητική
箱買いしよう
Υποθετική (ば)
箱買いすれば