せっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκρατούμαι, κάνω οικονομία, περιορίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
節する
Παρόν (ευγενικό)
節します
Άρνηση (απλή)
節しない
Άρνηση (ευγενική)
節しません
Παρελθόν (απλό)
節した
Παρελθόν (ευγενικό)
節しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
節しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
節しませんでした
Τε-μορφή
節して
Δυνητική
節できる
Προστακτική
節しろ
Βουλητική
節しよう
Υποθετική (ば)
節すれば