はんせばめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιορίζω το εύρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
範囲を狭める
Παρόν (ευγενικό)
範囲を狭めます
Άρνηση (απλή)
範囲を狭めない
Άρνηση (ευγενική)
範囲を狭めません
Παρελθόν (απλό)
範囲を狭めた
Παρελθόν (ευγενικό)
範囲を狭めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
範囲を狭めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
範囲を狭めませんでした
Τε-μορφή
範囲を狭めて
Δυνητική
範囲を狭められる
Προστακτική
範囲を狭めろ
Βουλητική
範囲を狭めよう
Υποθετική (ば)
範囲を狭めれば