きずげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτίζω, κατασκευάζω, ανεγείρω
  2. 02 συσσωρεύω (περιουσία, φήμη, επιχείρηση κ.λπ.), εδραιώνω (σχέση, σύστημα κ.λπ.), δημιουργώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
築き上げる
Παρόν (ευγενικό)
築き上げます
Άρνηση (απλή)
築き上げない
Άρνηση (ευγενική)
築き上げません
Παρελθόν (απλό)
築き上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
築き上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
築き上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
築き上げませんでした
Τε-μορφή
築き上げて
Δυνητική
築き上げられる
Προστακτική
築き上げろ
Βουλητική
築き上げよう
Υποθετική (ば)
築き上げれば