きず

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω, ανεγείρω
  2. 02 δημιουργώ, χτίζω, διαμορφώνω (π.χ. φήμη, θέση, περιουσία), καθιερώνω, ιδρύω (π.χ. σχέση, νοικοκυριό, παράδοση), θέτω τα θεμέλια, βάζω τις βάσεις

Παραδείγματα

  • いえきずきます

    Χτίζω ένα σπίτι.

  • 関係かんけいきずきましょう。

    Ας χτίσουμε μια καλή σχέση.

  • その会社かいしゃは、長年ながねんにわたって確固かっこたる評判ひょうばんきずいてきました。

    Η εταιρεία έχει χτίσει μια ισχυρή φήμη όλα αυτά τα χρόνια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
築く
Παρόν (ευγενικό)
築きます
Άρνηση (απλή)
築かない
Άρνηση (ευγενική)
築きません
Παρελθόν (απλό)
築いた
Παρελθόν (ευγενικό)
築きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
築かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
築きませんでした
Τε-μορφή
築いて
Δυνητική
築ける
Προστακτική
築け
Βουλητική
築こう
Υποθετική (ば)
築けば