篩う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κοσκινίζω (π.χ. αλεύρι), περνώ από κόσκινο
- 02 επιλέγω (π.χ. υποψήφιο), διαλέγω, ξεδιαλέγω, απορρίπτω (π.χ. μια πιθανότητα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 篩う
- Παρόν (ευγενικό)
- 篩います
- Άρνηση (απλή)
- 篩わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 篩いません
- Παρελθόν (απλό)
- 篩った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 篩いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 篩わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 篩いませんでした
- Τε-μορφή
- 篩って
- Δυνητική
- 篩える
- Προστακτική
- 篩え
- Βουλητική
- 篩おう
- Υποθετική (ば)
- 篩えば
- Υποθετική (たら)
- 篩ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 篩いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 篩うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 篩いなさい
- Παθητική
- 篩われる
- Αιτιατική
- 篩わせる