さん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο σφετερισμός θρόνου

Κλίση

Παρόν (απλό)
簒位する
Παρόν (ευγενικό)
簒位します
Άρνηση (απλή)
簒位しない
Άρνηση (ευγενική)
簒位しません
Παρελθόν (απλό)
簒位した
Παρελθόν (ευγενικό)
簒位しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
簒位しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
簒位しませんでした
Τε-μορφή
簒位して
Δυνητική
簒位できる
Προστακτική
簒位しろ
Βουλητική
簒位しよう
Υποθετική (ば)
簒位すれば