せきれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγγράφομαι στο οικογενειακό μητρώο

Κλίση

Παρόν (απλό)
籍に入れる
Παρόν (ευγενικό)
籍に入れます
Άρνηση (απλή)
籍に入れない
Άρνηση (ευγενική)
籍に入れません
Παρελθόν (απλό)
籍に入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
籍に入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
籍に入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
籍に入れませんでした
Τε-μορφή
籍に入れて
Δυνητική
籍に入れられる
Προστακτική
籍に入れろ
Βουλητική
籍に入れよう
Υποθετική (ば)
籍に入れれば