せき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγγράφομαι (σε σχολή, πρόγραμμα σπουδών κ.λπ.), είμαι μέλος (οργανισμού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
籍を置く
Παρόν (ευγενικό)
籍を置きます
Άρνηση (απλή)
籍を置かない
Άρνηση (ευγενική)
籍を置きません
Παρελθόν (απλό)
籍を置いた
Παρελθόν (ευγενικό)
籍を置きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
籍を置かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
籍を置きませんでした
Τε-μορφή
籍を置いて
Δυνητική
籍を置ける
Προστακτική
籍を置け
Βουλητική
籍を置こう
Υποθετική (ば)
籍を置けば