籠で水を汲む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός προσπαθώ να αδειάσω τον ωκεανό με ένα κουταλάκι του γλυκού, προσπαθώ να αντλήσω νερό με καλάθι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 籠で水を汲む
- Παρόν (ευγενικό)
- 籠で水を汲みます
- Άρνηση (απλή)
- 籠で水を汲まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 籠で水を汲みません
- Παρελθόν (απλό)
- 籠で水を汲んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 籠で水を汲みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 籠で水を汲まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 籠で水を汲みませんでした
- Τε-μορφή
- 籠で水を汲んで
- Δυνητική
- 籠で水を汲める
- Προστακτική
- 籠で水を汲め
- Βουλητική
- 籠で水を汲もう
- Υποθετική (ば)
- 籠で水を汲めば
- Υποθετική (たら)
- 籠で水を汲んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 籠で水を汲みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 籠で水を汲むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 籠で水を汲みなさい
- Παθητική
- 籠で水を汲まれる
- Αιτιατική
- 籠で水を汲ませる