もる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κλείνομαι (π.χ. στο δωμάτιό μου), περιορίζομαι, απομονώνομαι, κρύβομαι, παραμένω μέσα (στο καβούκι μου)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γεμίζω με (συναίσθημα, ενθουσιασμό, δύναμη κ.λπ.), ενσταλάζω, εμφυσώ
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα γεμίζω έναν χώρο (για αέριο, μυρωδιά κ.λπ.), βαραίνω (π.χ. από καπνό), δημιουργώ αποπνικτική ατμόσφαιρα, πυκνώνω
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα ακούγομαι πνιγμένα (π.χ. για φωνή)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα κατέχω (κάστρο, φρούριο κ.λπ.)
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα απομονώνομαι σε ναό για προσευχή

Παραδείγματα

  • 部屋へやこもります。

    Κλείνομαι στο δωμάτιο.

  • 彼女かのじょ試験しけん準備じゅんびのため、いえこもっています。

    Αυτή μένει μέσα στο σπίτι για να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις.

  • あらしよるひと々は不安ふあんかかえながらも、あたたかいいえこもり、けるのをった。

    Τη νύχτα της καταιγίδας, οι άνθρωποι, αν και ανήσυχοι, κλείστηκαν στα ζεστά τους σπίτια περιμένοντας να ξημερώσει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
籠もる
Παρόν (ευγενικό)
籠もります
Άρνηση (απλή)
籠もらない
Άρνηση (ευγενική)
籠もりません
Παρελθόν (απλό)
籠もった
Παρελθόν (ευγενικό)
籠もりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
籠もらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
籠もりませんでした
Τε-μορφή
籠もって
Δυνητική
籠もれる
Προστακτική
籠もれ
Βουλητική
籠もろう
Υποθετική (ば)
籠もれば