ませ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: まがき

  1. 01 αρχαϊκό χαμηλός, πρόχειρα πλεγμένος φράχτης
  2. 02 διαχωριστικό μεταξύ θεωρείων (π.χ. σε θέατρο κ.λπ.)