こなっぽい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλευρώδης, σαν πούδρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
粉っぽい
Παρόν (ευγενικό)
粉っぽいです
Άρνηση (απλή)
粉っぽくない
Άρνηση (ευγενική)
粉っぽくないです
Παρελθόν (απλό)
粉っぽかった
Παρελθόν (ευγενικό)
粉っぽかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粉っぽくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粉っぽくなかったです
Τε-μορφή
粉っぽくて
Υποθετική (ば)
粉っぽければ