ふんしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ωραιοποίηση (π.χ. μιας ιστορίας), στολισμός, διακόσμηση
  2. 02 αρχαϊκό μακιγιάζ, βάψιμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
粉飾する
Παρόν (ευγενικό)
粉飾します
Άρνηση (απλή)
粉飾しない
Άρνηση (ευγενική)
粉飾しません
Παρελθόν (απλό)
粉飾した
Παρελθόν (ευγενικό)
粉飾しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粉飾しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粉飾しませんでした
Τε-μορφή
粉飾して
Δυνητική
粉飾できる
Προστακτική
粉飾しろ
Βουλητική
粉飾しよう
Υποθετική (ば)
粉飾すれば