いきぶる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποκρίνομαι τον κομψό, παριστάνω τον έξυπνο, κάνω τον θαρραλέο, το παίζω κουλ

Κλίση

Παρόν (απλό)
粋ぶる
Παρόν (ευγενικό)
粋ぶります
Άρνηση (απλή)
粋ぶらない
Άρνηση (ευγενική)
粋ぶりません
Παρελθόν (απλό)
粋ぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
粋ぶりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粋ぶらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粋ぶりませんでした
Τε-μορφή
粋ぶって
Δυνητική
粋ぶれる
Προστακτική
粋ぶれ
Βουλητική
粋ぶろう
Υποθετική (ば)
粋ぶれば