すいかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο δείχνω διακριτικότητα (σε ερωτικά ζητήματα), είμαι περιποιητικός (π.χ. απέναντι σε ένα ζευγάρι), είμαι προσεκτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
粋を利かす
Παρόν (ευγενικό)
粋を利かします
Άρνηση (απλή)
粋を利かさない
Άρνηση (ευγενική)
粋を利かしません
Παρελθόν (απλό)
粋を利かした
Παρελθόν (ευγενικό)
粋を利かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粋を利かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粋を利かしませんでした
Τε-μορφή
粋を利かして
Δυνητική
粋を利かせる
Προστακτική
粋を利かせ
Βουλητική
粋を利かそう
Υποθετική (ば)
粋を利かせば