粗挽き
άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χοντροκομμένος (π.χ. καφές, σιτηρά), αλεσμένος σε χοντρά κομμάτια (π.χ. κρέας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 粗挽きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 粗挽きします
- Άρνηση (απλή)
- 粗挽きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 粗挽きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 粗挽きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 粗挽きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 粗挽きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 粗挽きしませんでした
- Τε-μορφή
- 粗挽きして
- Δυνητική
- 粗挽きできる
- Προστακτική
- 粗挽きしろ
- Βουλητική
- 粗挽きしよう
- Υποθετική (ば)
- 粗挽きすれば
- Υποθετική (たら)
- 粗挽きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 粗挽きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 粗挽きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 粗挽きしなさい
- Παθητική
- 粗挽きされる
- Αιτιατική
- 粗挽きさせる