まつにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταχειρίζομαι με περιφρόνηση, αμελώ, δείχνω ασέβεια, φέρομαι άσχημα, παραμελώ
  2. 02 σπαταλώ, χρησιμοποιώ άσκοπα, ξοδεύω αλόγιστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
粗末にする
Παρόν (ευγενικό)
粗末にします
Άρνηση (απλή)
粗末にしない
Άρνηση (ευγενική)
粗末にしません
Παρελθόν (απλό)
粗末にした
Παρελθόν (ευγενικό)
粗末にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粗末にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粗末にしませんでした
Τε-μορφή
粗末にして
Δυνητική
粗末にできる
Προστακτική
粗末にしろ
Βουλητική
粗末にしよう
Υποθετική (ば)
粗末にすれば