まつあつか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταχειρίζομαι κάτι απρόσεκτα, κακομεταχειρίζομαι κάποιον, σπαταλώ (π.χ. φαγητό, χρήματα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
粗末に扱う
Παρόν (ευγενικό)
粗末に扱います
Άρνηση (απλή)
粗末に扱わない
Άρνηση (ευγενική)
粗末に扱いません
Παρελθόν (απλό)
粗末に扱った
Παρελθόν (ευγενικό)
粗末に扱いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粗末に扱わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粗末に扱いませんでした
Τε-μορφή
粗末に扱って
Δυνητική
粗末に扱える
Προστακτική
粗末に扱え
Βουλητική
粗末に扱おう
Υποθετική (ば)
粗末に扱えば