粗末に扱う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεταχειρίζομαι κάτι απρόσεκτα, κακομεταχειρίζομαι κάποιον, σπαταλώ (π.χ. φαγητό, χρήματα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 粗末に扱う
- Παρόν (ευγενικό)
- 粗末に扱います
- Άρνηση (απλή)
- 粗末に扱わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 粗末に扱いません
- Παρελθόν (απλό)
- 粗末に扱った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 粗末に扱いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 粗末に扱わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 粗末に扱いませんでした
- Τε-μορφή
- 粗末に扱って
- Δυνητική
- 粗末に扱える
- Προστακτική
- 粗末に扱え
- Βουλητική
- 粗末に扱おう
- Υποθετική (ば)
- 粗末に扱えば
- Υποθετική (たら)
- 粗末に扱ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 粗末に扱いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 粗末に扱うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 粗末に扱いなさい
- Παθητική
- 粗末に扱われる
- Αιτιατική
- 粗末に扱わせる