粘々
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία κολλώδης, γλοιώδης, παχύρρευστος, συνεκτικός
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία κολλώδης υφή, κάτι κολλώδες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 粘々する
- Παρόν (ευγενικό)
- 粘々します
- Άρνηση (απλή)
- 粘々しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 粘々しません
- Παρελθόν (απλό)
- 粘々した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 粘々しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 粘々しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 粘々しませんでした
- Τε-μορφή
- 粘々して
- Δυνητική
- 粘々できる
- Προστακτική
- 粘々しろ
- Βουλητική
- 粘々しよう
- Υποθετική (ば)
- 粘々すれば
- Υποθετική (たら)
- 粘々したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 粘々したい
- Απαγορευτική (~な)
- 粘々するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 粘々しなさい
- Παθητική
- 粘々される
- Αιτιατική
- 粘々させる