ねばりつく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κολλάω, προσκολλώμαι, γαντζώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
粘りつく
Παρόν (ευγενικό)
粘りつきます
Άρνηση (απλή)
粘りつかない
Άρνηση (ευγενική)
粘りつきません
Παρελθόν (απλό)
粘りついた
Παρελθόν (ευγενικό)
粘りつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粘りつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粘りつきませんでした
Τε-μορφή
粘りついて
Δυνητική
粘りつける
Προστακτική
粘りつけ
Βουλητική
粘りつこう
Υποθετική (ば)
粘りつけば