めか

ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στολίζομαι, καλλωπίζομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα δίνω αέρα..., κάνω το... να μοιάζει με..., κάνω το... να φαίνεται σαν...

Κλίση

Παρόν (απλό)
粧す
Παρόν (ευγενικό)
粧します
Άρνηση (απλή)
粧さない
Άρνηση (ευγενική)
粧しません
Παρελθόν (απλό)
粧した
Παρελθόν (ευγενικό)
粧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
粧さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
粧しませんでした
Τε-μορφή
粧して
Δυνητική
粧せる
Προστακτική
粧せ
Βουλητική
粧そう
Υποθετική (ば)
粧せば