せいさつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσεκτική εξέταση
  2. 02 διεξοδική παρατήρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
精察する
Παρόν (ευγενικό)
精察します
Άρνηση (απλή)
精察しない
Άρνηση (ευγενική)
精察しません
Παρελθόν (απλό)
精察した
Παρελθόν (ευγενικό)
精察しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
精察しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
精察しませんでした
Τε-μορφή
精察して
Δυνητική
精察できる
Προστακτική
精察しろ
Βουλητική
精察しよう
Υποθετική (ば)
精察すれば