せいれん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απορρύπανση, αποκομμίωση
  2. 02 εκπαίδευση
  3. 03 διύλιση, εξευγενισμός, μεταλλουργική κατεργασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
精練する
Παρόν (ευγενικό)
精練します
Άρνηση (απλή)
精練しない
Άρνηση (ευγενική)
精練しません
Παρελθόν (απλό)
精練した
Παρελθόν (ευγενικό)
精練しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
精練しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
精練しませんでした
Τε-μορφή
精練して
Δυνητική
精練できる
Προστακτική
精練しろ
Βουλητική
精練しよう
Υποθετική (ば)
精練すれば