しょうじん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσήλωση, επιμέλεια, αφοσίωση
  2. 02 ασκητισμός, ζήλος στην αναζήτηση της φώτισης
  3. 03 τήρηση χορτοφαγικής διατροφής

Κλίση

Παρόν (απλό)
精進する
Παρόν (ευγενικό)
精進します
Άρνηση (απλή)
精進しない
Άρνηση (ευγενική)
精進しません
Παρελθόν (απλό)
精進した
Παρελθόν (ευγενικό)
精進しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
精進しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
精進しませんでした
Τε-μορφή
精進して
Δυνητική
精進できる
Προστακτική
精進しろ
Βουλητική
精進しよう
Υποθετική (ば)
精進すれば