せいこんかたむける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταβάλλω κάθε προσπάθεια, αφιερώνομαι ψυχή τε και σώματι σε κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
精魂を傾ける
Παρόν (ευγενικό)
精魂を傾けます
Άρνηση (απλή)
精魂を傾けない
Άρνηση (ευγενική)
精魂を傾けません
Παρελθόν (απλό)
精魂を傾けた
Παρελθόν (ευγενικό)
精魂を傾けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
精魂を傾けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
精魂を傾けませんでした
Τε-μορφή
精魂を傾けて
Δυνητική
精魂を傾けられる
Προστακτική
精魂を傾けろ
Βουλητική
精魂を傾けよう
Υποθετική (ば)
精魂を傾ければ