せいばく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθαρισμός κριθαριού, καθαρισμός σιταριού, αποφλοιωμένο κριθάρι, αποφλοιωμένο σιτάρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
精麦する
Παρόν (ευγενικό)
精麦します
Άρνηση (απλή)
精麦しない
Άρνηση (ευγενική)
精麦しません
Παρελθόν (απλό)
精麦した
Παρελθόν (ευγενικό)
精麦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
精麦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
精麦しませんでした
Τε-μορφή
精麦して
Δυνητική
精麦できる
Προστακτική
精麦しろ
Βουλητική
精麦しよう
Υποθετική (ば)
精麦すれば