のりする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κολλάω, επαλείφω με κόλλα, κολλάω με αμυλόκολλα (π.χ. ένα πουκάμισο)
  2. 02 βγάζω τα προς το ζην με κόπο

Κλίση

Παρόν (απλό)
糊する
Παρόν (ευγενικό)
糊します
Άρνηση (απλή)
糊しない
Άρνηση (ευγενική)
糊しません
Παρελθόν (απλό)
糊した
Παρελθόν (ευγενικό)
糊しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
糊しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
糊しませんでした
Τε-μορφή
糊して
Δυνητική
糊できる
Προστακτική
糊しろ
Βουλητική
糊しよう
Υποθετική (ば)
糊すれば