糊付け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κολλαρίσιμο (π.χ. ρούχων)
- 02 κόλλημα, επικόλληση (π.χ. χαρτιού, επιστολής)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 糊付けする
- Παρόν (ευγενικό)
- 糊付けします
- Άρνηση (απλή)
- 糊付けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 糊付けしません
- Παρελθόν (απλό)
- 糊付けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 糊付けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 糊付けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 糊付けしませんでした
- Τε-μορφή
- 糊付けして
- Δυνητική
- 糊付けできる
- Προστακτική
- 糊付けしろ
- Βουλητική
- 糊付けしよう
- Υποθετική (ば)
- 糊付けすれば
- Υποθετική (たら)
- 糊付けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 糊付けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 糊付けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 糊付けしなさい
- Παθητική
- 糊付けされる
- Αιτιατική
- 糊付けさせる