とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατροπή σε ζάχαρη, σακχαροποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
糖化する
Παρόν (ευγενικό)
糖化します
Άρνηση (απλή)
糖化しない
Άρνηση (ευγενική)
糖化しません
Παρελθόν (απλό)
糖化した
Παρελθόν (ευγενικό)
糖化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
糖化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
糖化しませんでした
Τε-μορφή
糖化して
Δυνητική
糖化できる
Προστακτική
糖化しろ
Βουλητική
糖化しよう
Υποθετική (ば)
糖化すれば