らん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πληγή, διάβρωση, εξέλκωση, απόστημα, αποσύνθεση (σώματος)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα διαφθορά, έκλυση ηθών, εκφυλισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
糜爛する
Παρόν (ευγενικό)
糜爛します
Άρνηση (απλή)
糜爛しない
Άρνηση (ευγενική)
糜爛しません
Παρελθόν (απλό)
糜爛した
Παρελθόν (ευγενικό)
糜爛しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
糜爛しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
糜爛しませんでした
Τε-μορφή
糜爛して
Δυνητική
糜爛できる
Προστακτική
糜爛しろ
Βουλητική
糜爛しよう
Υποθετική (ば)
糜爛すれば