くそ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δριμέως (ασκώ κριτική, κατακρίνω κ.λπ.), τρομερά, σκληρά, καυστικά
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανίκανος να διακρίνω το καλό από το κακό, (πολύτιμα και άχρηστα πράγματα) αντιμετωπίζονται ως ίδια