いととお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνώ κλωστή (π.χ. σε βελόνα, χάντρες κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
糸を通す
Παρόν (ευγενικό)
糸を通します
Άρνηση (απλή)
糸を通さない
Άρνηση (ευγενική)
糸を通しません
Παρελθόν (απλό)
糸を通した
Παρελθόν (ευγενικό)
糸を通しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
糸を通さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
糸を通しませんでした
Τε-μορφή
糸を通して
Δυνητική
糸を通せる
Προστακτική
糸を通せ
Βουλητική
糸を通そう
Υποθετική (ば)
糸を通せば