けいれつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτοποίηση σε σειρά, συστηματοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
系列化する
Παρόν (ευγενικό)
系列化します
Άρνηση (απλή)
系列化しない
Άρνηση (ευγενική)
系列化しません
Παρελθόν (απλό)
系列化した
Παρελθόν (ευγενικό)
系列化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
系列化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
系列化しませんでした
Τε-μορφή
系列化して
Δυνητική
系列化できる
Προστακτική
系列化しろ
Βουλητική
系列化しよう
Υποθετική (ば)
系列化すれば