系けい列れつ取とり引ひき

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συναλλαγή κεϊρέτσου, οικονομική συναλλαγή μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, επιχειρηματική συμφωνία εντός ομίλου