きゅうめい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διεξοδική εξέταση, εξακρίβωση των γεγονότων μέσω ενδελεχούς έρευνας

Κλίση

Παρόν (απλό)
糾明する
Παρόν (ευγενικό)
糾明します
Άρνηση (απλή)
糾明しない
Άρνηση (ευγενική)
糾明しません
Παρελθόν (απλό)
糾明した
Παρελθόν (ευγενικό)
糾明しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
糾明しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
糾明しませんでした
Τε-μορφή
糾明して
Δυνητική
糾明できる
Προστακτική
糾明しろ
Βουλητική
糾明しよう
Υποθετική (ば)
糾明すれば