やくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπόσχομαι
  2. 02 συνοψίζω, απλοποιώ, συντομεύω
  3. 03 περιορίζω, μειώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
約する
Παρόν (ευγενικό)
約します
Άρνηση (απλή)
約しない
Άρνηση (ευγενική)
約しません
Παρελθόν (απλό)
約した
Παρελθόν (ευγενικό)
約しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
約しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
約しませんでした
Τε-μορφή
約して
Δυνητική
約できる
Προστακτική
約しろ
Βουλητική
約しよう
Υποθετική (ば)
約すれば