つづまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπυκνώνω, συρρικνώνω, βραχύνω
  2. 02 απλοποιούμαι, συνοψίζομαι, συντομεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
約まる
Παρόν (ευγενικό)
約まります
Άρνηση (απλή)
約まらない
Άρνηση (ευγενική)
約まりません
Παρελθόν (απλό)
約まった
Παρελθόν (ευγενικό)
約まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
約まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
約まりませんでした
Τε-μορφή
約まって
Δυνητική
約まれる
Προστακτική
約まれ
Βουλητική
約まろう
Υποθετική (ば)
約まれば