約める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοψίζω, συντομεύω, κάνω οικονομία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 約める
- Παρόν (ευγενικό)
- 約めます
- Άρνηση (απλή)
- 約めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 約めません
- Παρελθόν (απλό)
- 約めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 約めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 約めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 約めませんでした
- Τε-μορφή
- 約めて
- Δυνητική
- 約められる
- Προστακτική
- 約めろ
- Βουλητική
- 約めよう
- Υποθετική (ば)
- 約めれば
- Υποθετική (たら)
- 約めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 約めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 約めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 約めなさい
- Παθητική
- 約められる
- Αιτιατική
- 約めさせる