紊乱
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναταραχή, σύγχυση, διατάραξη (της τάξης, της ειρήνης κ.λπ.), διαφθορά (π.χ. των ηθών)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 紊乱する
- Παρόν (ευγενικό)
- 紊乱します
- Άρνηση (απλή)
- 紊乱しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 紊乱しません
- Παρελθόν (απλό)
- 紊乱した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 紊乱しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 紊乱しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 紊乱しませんでした
- Τε-μορφή
- 紊乱して
- Δυνητική
- 紊乱できる
- Προστακτική
- 紊乱しろ
- Βουλητική
- 紊乱しよう
- Υποθετική (ば)
- 紊乱すれば
- Υποθετική (たら)
- 紊乱したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 紊乱したい
- Απαγορευτική (~な)
- 紊乱するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 紊乱しなさい
- Παθητική
- 紊乱される
- Αιτιατική
- 紊乱させる