なっとくがいく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποδέχομαι (π.χ. μια εξήγηση), ικανοποιούμαι (από κάτι), συναινώ (σε κάτι)

Παραδείγματα

  • 説明せつめいを聞いて、納得なっとくがいきました

    Άκουσα την εξήγηση και το δέχτηκα.

  • あたらしい方針ほうしんについて、みな納得なっとくがいくまで議論ぎろんしました。

    Συζητήσαμε για τη νέα πολιτική μέχρι όλοι να συμφωνήσουν.

  • その提案ていあんにはいくつか疑問点ぎもんてんのこっており、わたしとしてはまだ納得なっとくがいかない部分ぶぶんがあります。

    Υπάρχουν ακόμα κάποια σημεία που με προβληματίζουν στην πρόταση, οπότε προσωπικά δεν έχω ικανοποιηθεί πλήρως.

Κλίση

Παρόν (απλό)
納得がいく
Παρόν (ευγενικό)
納得がいきます
Άρνηση (απλή)
納得がいかない
Άρνηση (ευγενική)
納得がいきません
Παρελθόν (απλό)
納得がいった
Παρελθόν (ευγενικό)
納得がいきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
納得がいかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
納得がいきませんでした
Τε-μορφή
納得がいって
Δυνητική
納得がいける
Προστακτική
納得がいけ
Βουλητική
納得がいこう
Υποθετική (ば)
納得がいけば